
Το Art Magazino φιλοξενεί τον διάσημο Τενόρο Μάριο Τζεφίρι, με αφορμή τη συμμετοχή του στην Όγδοη Συμφωνία του Gustav Mahler στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού (29.6.2026), σε μια συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης!
Επιστρέφετε στην Αθήνα και στο Ηρώδειο για μια τόσο εμβληματική παραγωγή. Τι σημαίνει προσωπικά για εσάς αυτή η εμφάνιση;
Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο Κουκάκι, το Ηρώδειο είναι για μένα πάνω απ’ όλα ένα αναπόσπαστο κομμάτι των γυμνασιακών και φοιτητικών μου χρόνων: αλησμόνητες λυρικές και θεατρικές παραστάσεις, φιλικές παρέες κι αγαπημένες, μαθητικές και αργότερα φοιτητικές, όλοι τότε «επαΐοντες» παρά το νεαρό της ηλικίας μας…
Η παρθενική μου εμφάνιση ήταν με την ορχήστρα και τη χορωδία της ΕΡΤ, της οποίας τότε ήμουν μέλος, σε ένα μικρό ρόλο στο Όνειρο Θερινής Νυκτός του Mendelssohn. Δεκαετίες αργότερα ήρθε το Stabat Mater του Rossini υπό τον Riccardo Muti με την ορχήστρα και χορωδία του Maggio Musicale Fiorentino το 2008 και φέτος μου προτάθηκε ως επιστέγασμα η Όγδοη Mahler.
Η εμφάνιση λοιπόν αυτή αποτελεί για μένα ένα είδος “επιστροφής του Οδυσσέα στην πατρίδα”. Το καλωσόρισμα της επιστροφής ταυτίζεται όμως εν προκειμένω με ένα νέο «εις το επανιδείν», μιας και το Ηρώδειο θα κλείσει από τον Ιούλιο για άγνωστο πόσο χρόνο ακόμη…
Έχετε τραγουδήσει στις μεγαλύτερες σκηνές του κόσμου. Πώς βιώνετε τη διαφορά όταν ερμηνεύετε μπροστά στο ελληνικό κοινό;
Παρόλο που δεν έχω τραγουδήσει στην Ελλάδα τόσο συχνά, όσο θα το ήθελα, ωστόσο, κάθε φορά που έρχομαι για κάποια εμφάνιση, νιώθω πως υπάρχει πραγματικά ένα κοινό που με θυμάται, με αγαπάει και με εκτιμά ως καλλιτέχνη. Αυτό με συγκινεί ιδιαίτερα και με γεμίζει με την επιθυμία να αποδώσω όσο καλύτερα μπορώ προς τέρψιν και ικανοποίησίν αυτού!
Η Όγδοη Συμφωνία του Μάλερ θεωρείται ένα από τα πιο απαιτητικά έργα του συμφωνικού ρεπερτορίου. Ποια είναι η μεγαλύτερη πρόκληση για έναν τενόρο σε αυτό το έργο;
Ας πάρουμε κατ’ αρχήν το έργο αυτό καθεαυτό:
Η όγδοη Συμφωνία χωρίζεται σε δύο μέρη, το πρώτο είναι η μελοποίηση του λατινικού εκκλησιαστικού ύμνου Veni Creator Spiritus – ἐλθέ, πνεῦμα δημιουγόν· το δεύτερο μέρος είναι η τελευταία σκηνή του Φάουστ ΙΙ, της πολύ μεταγενέστερης πεντάπρακτης τραγωδίας που συνέγραψε ο ήδη ηλικιωμένος Goethe με πρωταγωνιστή τον γνωστό ήρωα.
Το δεύτερο και ώριμο τούτο έργο του Goethe δεν έχει σχεδόν καμία σχέση με τον αρχικό Φάουστ της νεανικής συγγραφικής του περιόδου και την λίγο πολύ γνώριμη σε όλους ιστορία του σοφού ανδρός που πωλεί την ψυχή του στον Διάβολο, με σκοπό να αποκτήσει επίγεια και υπερβατική Γνώση και οδηγεί έτσι στην καταστροφή την νεαρή και άδολη Μαργαρίτα.
Εδώ ο Φάουστ, μαζί με το σκοτεινό alter ego του, τον Μεφιστοφελή -ο οποίος σε κάθε πράξη αλλάζει όνομα, μορφή, ακόμη και φύλο – περιπλανιέται στα πιο απίθανα και ετερόκλητα μέρη:
από την αυλή ενός χρεοκοπημένου αυτοκράτορα, όπου, ελλείψει φυσικού χρυσού και πολύτιμων λίθων στο θησαυροφυλάκιο, ο Μεφιστοφελής εφευρίσκει… το χαρτονόμισμα, έως την «κλασική» βαλπουργιανή νύχτα των μαγισσών, που δεν διαδραματίζεται πλέον στην οροσειρά Harz της Γερμανίας , αλλά μεταφέρεται στο ελληνικό καλοκαίρι της θεσσαλικής κοιλάδας ·
από την αρχαία Σπάρτη, όπου αποκτά από την ωραία Ελένη έναν βραχύβιο γιο, τον Ευφορίωνα, έως κάποιο μεσαιωνικό αλχημικό εργαστήριο, όπου μέσα σε ένα Αθανορ παρασκευάζεται ο Homunculus, ένα ανθρωποειδές κατασκεύασμα, ένα προϊόν «τεχνητής νοημοσύνης» θα λέγαμε σήμερα.
Στο τέλος ο Φάουστ φτάνει, ύστερα από πολλές περιπλανήσεις, σε μιαν απόκρυφη οροσειρά, γεμάτη ασκητήρια αναχωρητών. Η ανθρώπινη εντελέχειά του, η τελική και ανώτατη μορφή της εξαγνισμένης από τα γήϊνα ψυχής του, φέρει πλέον την προσομοιαστική ονομασία «Δόκτωρ Μαριάνους» (κατά το πρότυπο ερημίτη θεολόγου, αφιερωμένου στην Θεοτόκο,την οποία ο Goethe προσεγγίζει ως εξιλεαστική και λυτρωτική δύναμη του «αιωνίου θήλεος»). Εκεί θα διασωθεί από τάγματα αγγέλων με την μεσολάβηση της Μεγάλης Μητρός και “ταις πρεσβείαις” κορυφαίων αμαρτωλών γυναικείων μορφών της ιστορίας. Αυτή ακριβώς η τελευταία σκηνή του όρους των ιεροφαντών έχει μελοποιηθεί από τον Mahler στο δεύτερο τμήμα της ογδόης του συμφωνίας.
Άκρατος και μυστηριακός εσωτερισμός, απρόσιτα και συχνά δυσδιάκριτα νοήματα, αλχημεία, χριστιανικό-ροδοσταυρικές νύξεις και θεουργικοί υπαινιγμοί συνυπάρχουν μέσα σε ένα δραματικό ύφος που εναλλάσσεται διαρκώς ανάμεσα στο τραγικό, το κωμικό και το σατυρικό.Όλα αυτά καθιστούν τον δεύτερο Φάουστ ένα εξαιρετικά ακανθώδες και απαιτητικό ανάγνωσμα κι ένα θεατρικό έργο εν μέρει αδύνατο να παιχτεί καθ’ολοκληρία σήμερα !
Η πρόκληση για τον τενόρο; Μα η ίδια όπως και για όλους τους άλλους εμπλεκόμενους καλλιτέχνες: να αποδώσει ένα δυσχερέστατο και πανέμορφο φωνητικά και μουσικά έργο, χωρίς ωστόσο να υποβιβάσει, ή και να καταδικάσει στην αφάνεια την εσώτερη ισχύ του λόγου και την ρώμη των νοημάτων αυτού!
Τι θεωρείτε πως πρέπει να “πάρει μαζί του” ο θεατής φεύγοντας από αυτή τη συναυλία;
Δεν« πρέπει» απλά να πάρει κάτι! Ο θεατής θα εισπράξει θέλοντας και μη μια μουσική θύελλα μιάμιση ωρών ! Αν έπρεπε όμως να απομονώσουμε δύο μηνύματα, θα επέλεγα αφ’ ενός το διάσημο φινάλε του δευτέρου μέρους “ Alles Vergängliche ist nur ein Gleichnis”
Καθετί Εφήμερο είναι μόνο μια παραβολή·
Το Ανεπαρκές μετουσιώνεται σε πραγματικότητα εδώ,
Το Απερίγραπτο εδώ λαμβάνει χώρα
Το «αἰώνιον Θῆλυ» έλκει πάντας άνωθεν!
και αφ’ετέρου την φράση- κλειδί των αγγέλων για τον Φάουστ:
“Gerettet ist das edle Glied der Geisterwelt des Bösen, wer immer strebend sich bemüht, den können wir erlösen”
Διεσώθη το ανώτερο σκέλος από τον φασμοατοειδή κόσμο του Κακού!
ʹΟποιος με κόπο ατέρμονα παλεύει, αυτόν έχουμε τη δυνατότητα να τον λυτρώσουμε!
Από τη Σκάλα του Μιλάνου μέχρι τη Metropolitan Opera της Νέας Υόρκης, έχετε συνεργαστεί με κορυφαίους μαέστρους και σκηνοθέτες. Ποια συνεργασία υπήρξε καθοριστική για την καλλιτεχνική σας πορεία;
Αυτή ήταν αναμφισβήτητα η δωδεκάχρονη συνεχής συνεργασία μου με τον Riccardo Muti.
Παράλληλα με την καριέρα σας, διδάσκετε νέους τραγουδιστές. Τι θεωρείτε ότι λείπει περισσότερο σήμερα από έναν νέο καλλιτέχνη: τεχνική, υπομονή ή προσωπική ταυτότητα;
Η πλήρης καλλιτεχνική αρτιότητα είναι ένας στόχος ιδεώδης, δεν είναι μια εύκολα και καθολικά προσβάσιμη πραγματικότητα, ή μάλλον, πλην σπανίων εξαιρέσεων, δεν επιτυγχάνεται ποτέ πλήρως !
Θα έλεγα ότι μοιάζει με ένα σχολικόν έλεγχο, σαν κι αυτούς που παίρναμε στο Γυμνάσιο : ο ένας έχει 20 στην Ιστορία και 15 στα Μαθηματικά, ο άλλος 19 στη Γυμναστική και 12 στα Αρχαία. Με δύο λόγια, στον καθένα κάτι λείπει! Ο μαθητής που έχει όλους τους βαθμούς του γύρω στο 18 για παράδειγμα θεωρείται, αν όχι ένας άριστος , ωστόσο ένας πάρα πολύ καλός μαθητής! Εκείνος που στο ένα μάθημα έχει 20 και στο άλλο πήρε κάτω απ’τη βάση, προφανώς κάπου χωλαίνει και χρειάζεται επειγόντως ιδιαίτερα. Παρόμοια και ένας τραγουδιστής με άριστη φωνητική τεχνική, αλλά καθόλου προσωπική ταυτότητα, ή σαφώς και το αντίστροφο, δεν θα καταταχθεί ποτέ στο πάνθεον των Μεγάλων Ερμηνευτών.
Ο τραγουδιστής πρέπει να μπορεί εξ’ίσου να επιδείξει «καλούς βαθμούς» σε πολλούς τομείς: φωνή, άρθρωση, τεχνική, μουσικότητα, αντοχή φυσική, μουσική ευφυΐα, χάρισμα μετάδοσης νοημάτων, στιλιστική ακρίβεια, γνώση της Μουσικής, ατομική μόρφωση και καλλιέργεια, έπειτα δημόσιες σχέσεις, επαγγελματισμό, να εμπνέει σοβαρότητα και εμπιστοσύνη και…ο κατάλογος συνεχίζεται.
Τι συμβουλή θα δίνατε σε έναν νέο Έλληνα τενόρο που ονειρεύεται διεθνή καριέρα;
Σε έναν τενόρο εν γένει θα είχα να δώσω πολλές συμβουλές, αν αρχίσω εδώ να τις αναφέρω, θα ξεπεραστούν τα όρια μιας απλής συνέντευξης. Σε έναν Έλληνα τενόρο συγκεκριμένα θα του πρότεινα να έρθει να μελετήσει λίγο μαζί μου, έστω και δοκιμαστικά, είναι διακαής και ανεκπλήρωτος ακόμη πόθος μου να «βγάλω» έναν ωραίο έλληνα σολίστα τενόρο! Μέχρι τώρα με έχουν τιμήσει με την εμπιστοσύνη τους σχεδόν μόνο γυναικείες φωνές από την Ελλάδα και ευθαρσώς έχω να πω ότι δεν το έχουν μετανιώσει…η νέα γενιά λυρικών τραγουδιστριών της Ελλάδας ετοιμάζεται!
Πιστεύετε ότι η όπερα μπορεί ακόμη να αγγίξει νεότερα κοινά; Και αν ναι, με ποιον τρόπο;
Η όπερα, αλλά και γενικότερα η φωνητική κλασική μουσική, αγγίζει και θα αγγίζει πάντοτε κάθε άνθρωπο που αγαπά την μουσική και παράλληλα το θέατρο! Και αυτό δια μέσου δύο κοινών φυσικών νόμων: της ταλάντωσης (oscillation) και του συντονισμού (resonance). Κάθε σώμα που «δονείται» θέτει επίσης σε δόνηση ένα άλλο «συντονισμένο» σώμα που βρίσκεται κοντά του! Δεν υπάρχει περίπτωση ένας άνθρωπος, νέος ή γέρος, πεπαιδευμένος ή απαίδευτος, γνώστης ή αμαθής να μην συγκλονιστεί από τον ανθρώπινο λόγο ντυμένο με μουσική!
Υπάρχει κάποιο έργο που κάθε φορά σας συγκινεί σαν να το ερμηνεύετε πρώτη φορά;
Κάθε έργο όταν το ερμηνεύεις είναι η «πρώτη φορά», με την έννοια ότι δεν παίζει κανένα ρόλο, πώς το ερμήνευσες προχθές, ή πέρυσι, αυτό δεν είναι παρά μόνον μια ανάμνηση. Το έργο ερμηνεύεται μοναδικά την παρούσα στιγμή και μόνο. “Ad hoc” για τους λατινομαθείς!
Αν μπορούσατε να αφιερώσετε αυτή την εμφάνιση σε έναν άνθρωπο ή μια στιγμή της ζωής σας, ποια θα ήταν;
Στην Ειρήνη μου….χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις!
ArtMagazino…