Η έκθεση South by South East σηματοδοτεί μια καθοριστική στιγμή στην εξέλιξη της συλλογής του EMΣT και του προσανατολισμού της. Περιλαμβάνοντας πρόσφατα αποκτήματα και δωρεές, μια βασική ομάδα έργων που ήδη υπήρχαν στη συλλογή από καλλιτέχνες της Μέσης Ανατολής, έργα Ελλήνων καλλιτεχνών διαφορετικών γενεών και επιλεγμένους δανεισμούς, αναδεικνύει τη νέα συλλεκτική πολιτική, που ξεκίνησε το 2021. Αυτή στρέφει το βλέμμα πέρα από τις κληρονομημένες Δυτικές συμβάσεις, επανατοποθετώντας την Ελλάδα στο πλαίσιο μιας ευρύτερης πολιτισμικής γεωγραφίας της Μεσογείου και της Νοτιοανατολικής Ευρώπης – μιας περιοχής που περιλαμβάνει τα Βαλκάνια, την Τουρκία, τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική – εξού και ο τίτλος της έκθεσης, South by Southeast. Με αυτόν τον τρόπο, επαναπροσδιορίζει την Ελλάδα όχι ως περιφέρεια της Δυτικής Ευρώπης, αλλά ως κεντρικό κόμβο της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και της Μέσης ή «Εγγύς» Ανατολής, μιας περιοχής που διατρέχεται και συνέχεται από ένα πλέγμα ιστορικών δεσμών διαμορφωμένων από την κινητικότητα, τις ανταλλαγές, τις συγκρούσεις, την πολυγλωσσία και τις πολυεπίπεδες ταυτότητες.
Ο τίτλος της έκθεσης αποτελεί ένα σκόπιμο λογοπαίγνιο πάνω σε εκείνον της ταινίας του Alfred Hitchcock, North by Northwest, σηματοδοτώντας έναν συμβολικό αναπροσανατολισμό πέρα από τη μακροχρόνια προσκόλληση στα αγγλοσαξονικά και δυτικοευρωπαϊκά πολιτισμικά πρότυπα, που χαρακτήρισε την ελληνική νεωτερικότητα από την ανεξαρτησία και μετά. Αντίθετα, η έκθεση South by South East επιμένει σε μια πιο σύνθετη, πλουραλιστική χαρτογράφηση, η οποία αναγνωρίζει τη στρατηγική γεωγραφική θέση της Ελλάδας στο σταυροδρόμι ηπείρων, αυτοκρατοριών και συστημάτων πίστης, καθώς και τις βαθιές ιστορικές συγγένειές της με την περιοχή που κάποτε ήταν γνωστή ως Λεβάντε. Αυτή η μετατόπιση απηχεί ευρύτερες πολιτισμικές και γεωπολιτικές τάσεις, ανάμεσά τους και αυτήν που έχει περιγραφεί πρόσφατα ως μια σύγχρονη «στροφή προς την Ανατολή» στην Ελλάδα, αντανακλώντας ανανεωμένες πολιτικές, οικονομικές και πολιτισμικές σχέσεις με τις γειτονικές περιοχές.
Η έκθεση South by South East ανταποκρίνεται σε αυτές τις συνθήκες προτείνοντας μια αντίθετη αφήγηση απέναντι στον εσωστρεφή εθνικισμό και τον Δυτικό εξαιρετισμό, αναδεικνύοντας κοινές ιστορίες, αλληλένδετα μέλλοντα και έναν κοινό πολιτισμικό χώρο που διαμορφώνεται μέσα από την κυκλοφορία και όχι από τον αποκλεισμό και την πόλωση. Φέρνοντας αυτές τις οπτικές σε διάλογο στο πλαίσιο ενός εθνικού μουσείου, η έκθεση South by South East διατυπώνει μια επιμελητική και θεσμική δέσμευση για την επανεξέταση της πολιτισμικής αυτοαντίληψης της Ελλάδας. Προτείνει μια μετατόπιση από ένα κληρονομημένο Δυτικό βλέμμα προς μια πιο εντοπισμένη, σχεσιακή οπτική, η οποία αναγνωρίζει την ενσωμάτωση της Ελλάδας σε μια σύνθετη, περιφερειακή οικολογία. Με αυτόν τον τρόπο, το EMΣT αναγνωρίζει τη Μεσόγειο, τη Νοτιοανατολική Ευρώπη και την ευρύτερη Εγγύς Ανατολή όχι ως περιθωριακές ζώνες της ευρωπαϊκής νεωτερικότητας, αλλά ως γόνιμους χώρους καλλιτεχνικής παραγωγής, κριτικής σκέψης και πολιτισμικής καινοτομίας.
Καμία συλλογή δεν είναι ποτέ ολοκληρωμένη· τα κενά της, οι ασυνέπειες της όπως και οι προτεραιότητές της αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της διαμόρφωσής της. Ωστόσο, οι πιο συναρπαστικές συλλογές είναι εκείνες που διαμορφώνουν μια συνεκτική αφήγηση που διατρέχει το χρόνο και τον χώρο —μια κατευθυντήρια αρχή που έχει διαμορφώσει την προσέγγισή μας εδώ, καθορίζοντας τόσο την επιλογή των έργων όσο και την ευρύτερη ιστορία που αφηγούνται συλλογικά. Εντέλει, η έκθεση South by South East δεν αποτελεί απλώς μια παρουσίαση πρόσφατων αποκτημάτων και δωρεών· είναι μια πρόταση για το πώς μπορούμε να οικοδομήσουμε μια συλλογή με ιδιαίτερο, αναγνωρίσιμο στίγμα. Προσκαλεί τους επισκέπτες να επανεξετάσουν τη θέση της Ελλάδας –ιστορικά, γεωπολιτικά και πολιτισμικά– και να αναγνωρίσουν το δημιουργικό και κριτικό δυναμικό που προκύπτει από τον εναγκαλισμό του νοτιοανατολικού προσανατολισμού της χώρας ως πηγής έμπνευσης και ανανεωμένου κοσμοπολιτισμού.
Η σειρά Ghost Reliefs I–V [Ανάγλυφα φαντασμάτων] της Μαλβίνας Παναγιωτίδη αντλεί από τις αφηγήσεις για τα «στοιχειωμένα σπίτια» της Ελλάδας —κτήρια η ιστορία των οποίων είναι συχνά σκοτεινή, που έχουν υπάρξει τόποι μαρτυρίου και θανάτου, και έτσι εγγράφονται στους αστικούς μύθους και το συλλογικό φαντασιακό ως μέρη παραδομένα στο υπερφυσικό στοιχείο. Τα έργα της σειράς διερευνούν τον τρόπο με τον οποίο ο αστικός χώρος συγκροτείται μέσα από διαρκώς μεταβαλλόμενες ιστορίες, φήμες και συλλογικές φαντασιώσεις: λαϊκές αφηγήσεις, δεισιδαιμονίες και προφορικές μνήμες, αναδεικνύουν τα κτίρια αυτά ως φορείς μιας ασταθούς μνήμης, όπου το ιστορικό και το φαντασιακό συνυπάρχουν. Οι προσόψεις των κτιρίων στα έργα της Παναγιωτίδη παρουσιάζονται ως εύθραυστα γλυπτά από κερί — προσωρινά πορτρέτα αρχιτεκτονικών σωμάτων που αιωρούνται ανάμεσα στην παρουσία και την απουσία. Όπως τα φαντάσματα των ιστοριών που τα περιβάλλουν, έτσι και τα έργα μετατρέπουν τον αστικό ιστό σε φασματικό αρχείο: ένα παλίμψηστο όπου οι τοπογραφίες της μνήμης αλληλεπικαλύπτονται, ένα πεδίο πολλαπλών χρονικοτήτων και μετακινούμενων αφηγήσεων. Συγχρόνως, αποτελούν ένα πιο απτό σχόλιο για την ιστορία της κατοίκησης στον ελληνικό αστικό χώρο, και πιο συγκεκριμένα για τον αφανισμό του χαρακτήρα του νεοελληνικού άστεως, όπως είχε διαμορφωθεί στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα, από την επικράτηση μεταπολεμικά της ισοπεδωτικής οικιστικής πρακτικής της αντιπαροχής.
Σε αυτή τη συνάντηση αρχιτεκτονικής και αφήγησης, η Παναγιωτίδη στρέφεται στον τρόπο με τον οποίο η προφορική ιστορία διαμορφώνει την εμπειρία της πόλης. Οι ιστορίες για στοιχειωμένα σπίτια δεν λειτουργούν απλώς ως λαϊκές αφηγήσεις τρόμου· αποτελούν έναν μηχανισμό μέσω του οποίου οι κοινότητες διαπραγματεύονται γεγονότα, απώλειες ή τραύματα που συχνά δεν καταγράφονται στην επίσημη ιστοριογραφία. Τα κτίρια μετατρέπονται έτσι σε σημεία συμπύκνωσης διαφορετικών χρονικοτήτων. Η αρχιτεκτονική τους μορφή ανήκει στο παρόν της πόλης, ενώ οι ιστορίες που τα περιβάλλουν τα τοποθετούν σε ένα ασταθές πεδίο μεταξύ παρελθόντος και φαντασίας. Μέσα από την εικαστική απομόνωση της πρόσοψης, η Παναγιωτίδη αποσπά το κτίριο από το λειτουργικό του πλαίσιο και το αντιμετωπίζει ως επιφάνεια προβολής συλλογικών αφηγήσεων. Το κερί, υλικό εύθραυστο και παροδικό, ενισχύει τη φασματική διάσταση των έργων. Κάθε ανάγλυφο φέρει φυτίλι και, κατά τη διάρκεια της έκθεσης, καίγεται σταδιακά, μετατρέποντας το γλυπτό σε μια χρονική διαδικασία φθοράς και εξαφάνισης. Με αυτόν τον τρόπο, τα Ghost Reliefs προτείνουν μια διαφορετική ανάγνωση της αστικής μνήμης: ως ζωντανής διαδικασίας μετασχηματισμού, όπου ιστορικά γεγονότα, αστικοί μύθοι και αφηγήσεις αλληλεπιδρούν και επαναδιατυπώνονται διαρκώς.