Η δωρεά της Δημοσιογραφικής Βιβλιοθήκης Βοβολίνη προς την Γενική Γραμματεία Επικοινωνίας και Ενημέρωσης

Πραγματοποιήθηκε στις 8 Ιουλίου 2026, στο Κέντρο Τύπου της ΓΓΕΕ η τελετή της αποδοχής δωρεάς της Δημοσιογραφικής Βιβλιοθήκης της οικογένειας Βοβολίνη προς την Γενική Γραμματεία Επικοινωνίας και Ενημέρωσης.

Στην τελετή αυτή απηύθυνε χαιρετισμό ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Τασούλας – αν και στην πραγματικότητα επέλεξε να προβεί σε μια ευρύτερη, ιστορικού χαρακτήρα τοποθέτηση καλύπτοντας την δημοσιογραφική πορεία Σπύρου και Κωνσταντίνου Βοβολίνη, με φόντο τον δημόσιο βίο της εποχής που κάλυψαν οι εκδοτικές τους δραστηριότητες. Ορισμένα από τα κύρια στοιχεία της τοποθέτησης Κ. Τασούλα:

«Περισσότερα από 1.000 βιβλία παραδίδονται σήμερα στη Γενική Γραμματεία Επικοινωνίας και Ενημέρωσης από την οικογένεια Βοβολίνη, η οποία πρωτοστάτησε στην έκδοση του Μεγάλου Ελληνικού Βιογραφικού Λεξικού και του περιοδικού Βιομηχανική Επιθεώρηση, η οποία πρωτοκυκλοφόρησε το 1934 και συνεχίζει σήμερα με άλλο όνομα, Οικονομική Επιθεώρηση.

Ο Σπύρος Βοβολίνης, τον οποίον είχα τη χαρά και την τιμή να έχω Προϊστάμενο καθώς υπήρξα ως φοιτητής συνεργάτης της «Βιομηχανικής Επιθεωρήσεως» όταν ήταν πλέον στην οδό Ζαλοκώστα 4, ήταν ένας άνθρωπος τακτικός, οργανωτικός, τυπικός. Δεν άφηνε τίποτε ανεξέταστο και τίποτε που να μην το τακτοποιήσει. Ήταν πολύ οργανωτικός με τη ζωή του, αλλά είχε οργανώσει και το τέλος του. Μας άφησε λοιπόν μία σύσταση· να μην γίνουν μνημόσυνα για αυτόν, αλλά να φροντίσουμε, μετά τον ενταφιασμό του να τον λησμονήσουμε. Δεν μπορούμε να πειθαρχήσουμε σε αυτήν τη σύσταση.

Δεν μπορούμε να λησμονήσουμε έναν ευπατρίδη της δημοσιογραφίας, έναν άνθρωπο ο οποίος στα 24 του μόλις χρόνια διεπίστωσε την ανάγκη να εκπροσωπηθεί δημοσιογραφικά και εκδοτικά η ελληνική βιομηχανία, η οποία τότε εκκινούσε τον δρόμο της προς τα μπροστά. Ήταν τότε που ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας Γεώργιος Πεσμαζόγλου, στο πρώτο τεύχος της «ΒΙΟΜΕΠ», έγραψε ένα άρθρο όπου έλεγε ότι δύο είναι οι πυλώνες της οικονομίας: το εμπόριο και η γεωργία. Δεν μίλησε για την βιομηχανία. Φανταστείτε λοιπόν πόσο πρωτοπόρος και πόσο καλά ιχνηλατούσε το μέλλον ο Βοβολίνης στα 24 του, τότε που εξέδωσε τη Βιομηχανική Επιθεώρηση, όταν κανένα άλλο έντυπο τότε στην Ελλάδα δεν ασχολείτο με τη βιομηχανία.

Η Βιομηχανική Επιθεώρηση, την οποία διηύθυνε ο Βοβολίνης μέχρι το ‘90, υπήρξε ένα σπουδαίο περιοδικό, ένα περιοδικό το οποίο τίμησε την ελληνική γλώσσα· τα ελληνικά στα οποία εγράφετο η «ΒΙΟΜΕΠ» ήταν πολύ σωστά. Πίστευαν οι συντάκτες της Βιομηχανικής Επιθεωρήσεως, υπό τις οδηγίες του Σπύρου Βοβολίνη, ότι η ελληνική γλώσσα συμπυκνώνει έναν αφάνταστο πλούτο, τον οποίο πρέπει να υπηρετούμε. Τα πολιτικά και οικονομικά σχόλια ήταν ανυπέρβλητα. Παρουσίαζε σε κάθε τεύχος την οικονομική επικαιρότητα, αλλά είχε και σχόλια πάνω στην πολιτική επικαιρότητα, και είχε μεγάλη έγνοια, να διατυπώνει σωστά τις εκφράσεις. […]

Ο Βοβολίνης ήταν πιο «βιομηχανόφιλος» ακόμα και από τους βιομήχανους. Πίστευε στη βιομηχανία περισσότερο απ’ όσο πίστευαν ακόμα και οι ίδιοι οι βιομήχανοι. Κι αυτό φαίνεται στην πολύ ωραία έκδοση της Τράπεζας της Ελλάδος, που εξιστορεί την ωραία περιπέτεια της Βιομηχανικής Επιθεώρησης. Βλέπουμε ότι ο Βοβολίνης μέσα στο διάβα των ετών προσπαθούσε να πείσει τους εκπροσώπους της βιομηχανίας να στηρίξουν συλλογικά τη Βιομηχανική Επιθεώρηση γιατί στην ουσία έτσι θα στήριζαν τον εαυτό τους, θα στήριζαν την ιδιότητά τους, θα στήριζαν το επάγγελμά τους.

Σε αυτή την προσπάθεια δεν έβρισκε πάντα ανταπόκριση. Ίσως γιατί η συλλογικότητα στην Ελλάδα είναι ένα ζητούμενο ακόμη και σήμερα. Οι περισσότεροι από εμάς θεωρούν ότι θα διευθετήσουν τις υποθέσεις τους ατομικά και όχι συλλογικά. Προφανώς δεν σκέφτονταν όλοι οι βιομήχανοι να υποστηρίξουν ένα περιοδικό το οποίο αντιμετώπιζε τη βιομηχανία ως στήριγμα της κοινωνίας, της οικονομίας, της εργασίας και της ανάπτυξης της Ελλάδος.

Ήταν υπερήφανος ο Βοβολίνης, όπως ήταν και ο αδερφός του. Ήταν κομψός, καλοντυμένος, ξεχωριστός άνθρωπος που είχε οργανώσει τη ζωή του και την είχε κυριολεκτικά υποτάξει στον σκοπό της Βιομηχανικής Επιθεώρησης. Οι άνθρωποι του περιοδικού αυτού ήταν η οικογένειά του. Η οικογένεια αυτή αργότερα συμπληρώθηκε από την αγαπημένη του ανιψιά, Αλεξάνδρα Βοβολίνη, η οποία προχωρά σήμερα σε αυτή τη χειρονομία, παραβιάζοντας σωστά την υπόδειξή του να τον ξεχάσουμε μετά από την αποχώρησή του από τη ζωή.

Είχα την τύχη ως φοιτητής της Νομικής, αρχές της δεκαετίας του ’80, μέσω του αείμνηστου Ευάγγελου Αβέρωφ, να γνωρίσω τον Σπύρο Βοβολίνη και να εργαστώ για λίγα χρόνια στη Βιομηχανική Επιθεώρηση, κρατώντας τη στήλη της κριτικής βιβλίου αλλά και πηγαίνοντας σε εκδηλώσεις στις οποίες ήταν καλεσμένος ο ίδιος και, λόγω ηλικίας ή λόγω κάποιας άλλης υποχρεώσεως, δεν μπορούσε να πάει. Και θυμάμαι πάντα, με τι σεβασμό με αντιμετώπιζαν όταν έλεγα ότι έρχομαι εκ μέρους της Βιομηχανικής Επιθεώρησης. […]

Αυτό λοιπόν το περιοδικό, αυτό το εκδοτικό επίτευγμα διέθετε ένα απόθεμα γνώσεων, τη Δημοσιογραφική Βιβλιοθήκη των αδερφών Βοβολίνη που ήταν μια πολύτιμη πηγή στην οποία οι συνεργάτες του εντύπου κατέφευγαν συχνά.

Και αυτή η Δημοσιογραφική Βιβλιοθήκη σήμερα παραδίδεται στην Γενική Γραμματεία Επικοινωνίας και Ενημέρωσης. Ένας πλούτος γνώσεων, ένας πλούτος σπάνιων βιβλίων από τα οποία αντλούσαν γνώση και εμπειρία οι συνεργάτες της Βιομηχανικής Επιθεώρησης και του περίφημου Βιογραφικού Λεξικού, ο οποίος είναι σήμερα στα χέρια του Ελληνικού Δημοσίου και είμαι βέβαιος ότι θα αξιοποιηθεί κατάλληλα».

* * *

Σε χαιρετισμό του ο Υφυπουργός παρά τω Πρωθυπουργώ και Κυβερνητικός Εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης τοποθετήθηκε ως εξής: «Σήμερα είναι μια ιστορική ημέρα για την Γενική Γραμματεία Επικοινωνίας και Ενημέρωσης και τους ανθρώπους που έχουν περάσει από εδώ, για την ιστορία που έχει, η οποία συνεχίζεται για την ενημέρωση των πολιτών. Παραλαμβάνουμε εφημερίδες που “έζησαν” έναν αιώνα, περιοδικά που κατέγραψαν έξι δεκαετίες ελληνικής οικονομίας, βιβλία που εκδόθηκαν από το 1857 μέχρι και το 2025. Παραλαμβάνουμε τη μνήμη του ελληνικού Τύπου. Η δημοσιογραφική βιβλιοθήκη της οικογένειας Βοβολίνη είναι κάτι παραπάνω από μια συλλογή. Είναι ένα χρονικό: 768 τεύχη της Βιομηχανικής Επιθεωρήσεως, 1.600 φύλλα εφημερίδων από 166 τίτλους. Εκδόσεις σπάνιες, τόμοι δεμένοι, σελίδες που “μυρίζουν εποχή”. Και φυσικά 910 φύλλα από το Ελληνικόν Αίμα, την εφημερίδα που τυπωνόταν παράνομα στην Κατοχή. […] Αυτό το οποίο συμβαίνει εδώ πρέπει να το δουν τα παιδιά, να το δουν τα σχολεία και πρέπει να περάσει στις επόμενες γενιές άθικτο. Αυτό είναι το δικό μας χρέος, το δικό μας καθήκον».

Η Αλεξάνδρα Κ. Βοβολίνη στο βήμα την ώρα της ομιλίας της. Στο πάνελ από αριστερά διακρίνονται οι: Αντώνης Δ. Παπαγιαννίδης, Ευάνθης Χατζηβασιλείου, Γιάννης Στουρνάρας, Γεωργία Μ. Πανσεληνά, Γιώργος Τσάτσος

Από την πλευρά της η εκδότρια και δωρήτρια της δημοσιογραφικής βιβλιοθήκης της οικογένειας Αλεξάνδρα Κ. Βοβολίνη εξέφρασε την συγκίνησή της, αναφέροντας ότι γεννήθηκε μέσα στα βιβλία που βρίσκονταν πάντα διάσπαρτα στο κοινό γραφείο των δυο αδελφών Βοβολίνη – πατέρα της και θείου της – και παρατήρησε:

«Το γεγονός ότι το δημοσιογραφικό Αρχείο των αδελφών Σπύρου και Κωνσταντίνου Βοβολίνη βρίσκει την οριστική του στέγη στη Βιβλιοθήκη της Γενικής Γραμματείας Επικοινωνίας και Ενημέρωσης, έρχεται να δώσει απάντηση σε μία από τις μεγαλύτερες ανησυχίες που είχα όλα τα χρόνια που το πολύτιμο αυτό υλικό βρισκόταν στα χέρια μου. Όποιοι έχουν βρεθεί με το βάρος μιας πνευματικής κληρονομιάς καταλαβαίνουν καλά τι θέλω να πω.

Ο πατέρας μου, ο Κωνσταντίνος Βοβολίνης, και ο θείος μου, ο Σπύρος Βοβολίνης, υπήρξαν εξαρχής και πάνω απ’ όλα δημοσιογράφοι. Δημοσιογράφοι με την έννοια που εκείνα τα χρόνια είχε το επάγγελμα: στην πρώτη γραμμή, στην καρδιά των γεγονότων, σε συνήθως ταραγμένους καιρούς, χωρίς άλλη διαμεσολάβηση. Χωρίς, κυρίως, τα τεχνικά μέσα και τις δυνατότητες που δίνει η εποχή μας στην πληροφόρηση. Υπήρξαν δημοσιογράφοι του μαχόμενου έντυπου λόγου, σε πολύ δύσκολες εποχές, πολέμου και εχθρικής κατοχής στο ξεκίνημα, αλλά και κατόπιν, για πολλές δεκαετίες, τότε που μέσα από αλλεπάλληλες αντιξοότητες η χώρα πάλευε για την ανασυγκρότησή της. Το δημοσιογραφικό αρχείο των αδελφών Βοβολίνη, το οποίο φιλοξενείται πλέον εδώ, στον φυσικό του χώρο, στη Βιβλιοθήκη της Γενικής Γραμματείας Επικοινωνίας και Ενημέρωσης, αποστολή της οποίας είναι η διαφύλαξη και η αξιοποίηση των αρχείων της νεότερης και σύγχρονης ιστορίας της χώρας μας, αποτελεί μια πολύτιμη ιστορική πηγή. […] Παρακολουθεί βήμα-βήμα την πορεία της βιομηχανίας και της επιχειρηματικότητας στην Ελλάδα, μέσα από τις προκλήσεις και τις αντιξοότητες όλων αυτών των χρόνων και παρέχει πολύ σημαντικές πληροφορίες στον κάθε ειδικώς ενδιαφερόμενο. […]

Τέτοιου είδους ιστορικά τεκμήρια μιλούν από μόνα τους. Χαίρομαι ιδιαίτερα που τα συγκεκριμένα Αρχεία σε τούτο το περιβάλλον, θα είναι πλέον ανοιχτά και προσβάσιμα στην επιστημονική κοινότητα, στους ερευνητές, στους φοιτητές και σε κάθε μελετητή της ιστορίας».

Κατέληξε λέγοντας ότι χαίρεται που «κατάφερε να συμβάλει με την δωρεά αυτή στην ανάδειξη της αρχειακής κουλτούρας που βρίσκεται ακόμη αρκετά πίσω στην Ελλάδα».

Σε δικό της χαιρετισμό η πρύτανις του Παντείου Πανεπιστημίου Χριστίνα Κουλούρη, ως ιστορικός αναφέρθηκε πρώτα στο Μέγα Ελληνικόν και Βιομηχανικόν Λεξικόν του Κωνσταντίνου Βοβολίνη χαρακτηρίζοντάς το “Βικιλεξικό της εποχής του”, καθώς επικέντρωνε την μελέτη στις προσωπικότητες της οικονομικής και πολιτικής ζωής. Παρατήρησε ότι «ζούμε σε μια χώρα η οποία υπερηφανεύεται για το ένδοξο παρελθόν της, πλην όμως μένουμε μόνο σε μια ρητορική επίκληση αυτών των ένδοξων στιγμών χωρίς να έχουμε συνείδηση προστασίας του. Είτε πρόκειται για τις αρχαιότητες είτε για τα αρχεία».

Χαρακτήρισε την δωρεά της Δημοσιογραφικής Βιβλιοθήκης ως την κορωνίδα σειράς δράσεων που συντείνουν στον στόχο της «διατήρησης της ιστορικής μας μνήμης. Ως ιστορικός θεωρώ εξαιρετικά σημαντική την καλλιέργεια της αρχειακής μας συνείδησης και τη διάσωση των πηγών μέσα από τις οποίες η ιστορία μας μελετάται, ερμηνεύεται και επανεκτιμάται».

Από την πλευρά της η Πρόεδρος του ΑΠΕ-ΜΠΕ Άρια Αγάτσα μίλησε για την δημοσιογραφική βιβλιοθήκη που περιέρχεται στην ΓΓΕΕ ως «κομμάτι από τη μνήμη του ελληνικού πολιτικού δημόσιου λόγου. Ίχνη ανθρώπων που πίστεψαν ότι η δημοσιογραφία δεν είναι η τέχνη του πρόσκαιρου λόγου αλλά η ευθύνη του διαρκούς». Για να συμπληρώσει με την παρατήρηση ότι «τα Μέσα αλλάζουν, οι τεχνολογίες αλλάζουν, οι πλατφόρμες αλλάζουν πλην η ευθύνη παραμένει η ίδια […] Με καίρια στοιχεία την κατανόηση των πηγών και την διασταύρωση/fact checking», στοιχεία που εξέφρασε ακριβώς η δωριζόμενη Δημοσιογραφική Βιβλιοθήκη.

Ο Γενικός Γραμματέας Επικοινωνίας και Ενημέρωσης Δημήτρης Κιρμικίρογλου ανέδειξε το πώς «δεν υπάρχει ελευθερία του Τύπου χωρίς μνήμη του Τύπου». Παρατήρησε ότι επί ενενήντα χρόνια η Βιομηχανική Επιθεώρηση (ο βασικός κορμός της δωρεάς) κατέγραψε την πορεία της ελληνικής οικονομίας, από τον Μεσοπόλεμο έως το «ελληνικό οικονομικό θαύμα» και ανέφερε ότι «ένας λαός που ξέρει από πού ήρθε η ευημερία του μπορεί να συζητήσει ώριμα για το πού πηγαίνει». Απευθυνόμενος στη δωρήτρια, σημείωσε ότι «η βιβλιοθήκη δεν φεύγει από μια οικογένεια, περνά από τη μία οικογένεια στην άλλη», από την οικογένεια Βοβολίνη στην «οικογένεια των δημοσιογράφων».

Η δωρεά της Δημοσιογραφικής Βιβλιοθήκης Βοβολίνη προς την Γενική Γραμματεία Επικοινωνίας και Ενημέρωσης